Τι θέμα θα θέλατε να έχει η επόμενη ανάρτηση ;

Τρίτη 27 Μαρτίου 2018

ΠΑΤΡΑ

ΠΑΤΡΑ

Η Πάτρα (αρχαία ελληνικά: Πάτραι) είναι η μεγαλύτερη πόλη της Πελοποννήσου και η τρίτη μεγαλύτερη της Ελλάδας με πληθυσμό που ανέρχεται στους 167.446 κατοίκους, σύμφωνα με την επίσημη απογραφή του 2011[1]. Η Πάτρα είναι πρωτεύουσα του Νομού Αχαΐας, της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, καθώς και έδρα του ομώνυμου δήμου, ενώ έχει οριστεί επίσης έδρα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου.Η πόλη της Πάτρας αποτελεί σημαντικό αστικό κέντρο και διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της χώρας και το σημαντικότερο με επικοινωνία με την Ιταλία και κατ' επέκταση προς την ευρωπαϊκή δύση. Σημαντικό από συγκοινωνιακή και εμπορική σκοπιά. Από αυτό αποπλέουν πλοία με προορισμό την Κεφαλλονιά, την Ιθάκη και την Κέρκυρα, αλλά και τα ιταλικά λιμάνια Μπάρι, Ανκόνα και Βενετία. 

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2018

ΠΑΡΑΛΙΑ ΠΛΑΤΑΝΟΥ ΑΧΑΙΑΣ

ΠΑΡΑΛΙΑ ΠΛΑΤΑΝΟΥ 

Η Παραλία Πλατάνου (Τοπική Κοινότητα Παραλίας Πλατάνου - Δημοτική Ενότητα ΑΚΡΑΤΑΣ), ανήκει στον δήμο ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ της Περιφερειακής Ενότητας ΑΧΑΪΑΣ που βρίσκεται στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας όπως διαμορφώθηκε με το πρόγραμμα “Καλλικράτης”.Η επίσημη ονομασία είναι “η Παραλία Πλατάνου”. Έδρα του δήμου είναι το Αίγιο και ανήκει στο γεωγραφικό διαμέρισμα Πελοποννήσου.Κατά τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας με το σχέδιο “Καποδίστριας”, μέχρι το 2010, η Παραλία Πλατάνου ανήκε στο Τοπικό Διαμέρισμα Παραλίας Πλατάνου, του πρώην Δήμου ΑΚΡΑΤΑΣ του Νομού ΑΧΑΪΑΣ.Η Παραλία Πλατάνου έχει υψόμετρο 3 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, σε γεωγραφικό πλάτος 38,1679503659 και γεωγραφικό μήκος 22,2692000693.

ΕΔΕΣΣΑ

ΕΔΕΣΣΑ

Η Έδεσσα (παλαιότερα ονομάζονταν παράλληλα Βοδενά ή Πόλη των Νερών) είναι πόλη και πρωτεύουσα διευρυμένου Καλλικρατικού Δήμου Έδεσσας, της Περιφερειακής Ενότητας Πέλλας, της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Η πόλη είναι φημισμένη για τους καταρράκτες της, και βρίσκεται πάνω στην αρχαία Εγνατία Οδό. Η Έδεσσα απέχει 95 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη, και 25 χλμ. από την Αριδαία.Ιδρύθηκε το 813 π.Χ. από τον πρώτο Μακεδόνα Βασιλιά, τον Ηρακλείδη Κάρανο και ήταν η πρώτη πρωτεύουσα του Μακεδονικού Βασιλείου.[2] Γνώρισε πλούσιο βιομηχανικό παρελθόν κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου. Ο πληθυσμός της πόλης της Έδεσσας είναι 18.229, ενώ αυτός του διευρυμένου Δήμου Έδεσσας ανέρχεται στους 28.814 κατοίκους (απογραφή 2011). Επίσης μέχρι την ανακάλυψη των Βασιλικών Τάφων της Βεργίνας στην Ημαθία, από τον Μανώλη Ανδρόνικο πολλοί ακόμα πιστεύουν ότι οι Αρχαίες Αιγές βρίσκονται στο Αρχαιολογικό χώρο της πόλης, βάσει απόψεων αρχαιολόγων.


ΖΑΚΥΝΘΟΣ

ΖΑΚΥΝΘΟΣ

Η Ζάκυνθος, γνωστή διεθνώς και με το όνομα "Τζάντε", ή Φιόρο του Λεβάντε (= Άνθος της Ανατολής) κατά τους Βενετσιάνους, είναι ένα από τα νησιά των Επτανήσων. Είναι το ενδέκατο σε έκταση ελληνικό νησί και το τρίτο (μετά την Κεφαλονιά και την Κέρκυρα) και δεύτερο σε πληθυσμό νησί των Ιονίων νήσων. Η έκτασή της είναι 406 τ. χλμ και ο πληθυσμός ανέρχεται στους 40.758 κατοίκους (απογραφή 2011). Από την Πελοπόννησο απέχει 9,5 ναυτ. μίλια (από την Κυλλήνη του Νομού Ηλείας) και 8,5 ναυτ. μίλια από το πλησιέστερο βόρεια σε αυτή νησί, την Κεφαλονιά. Οι κάτοικοί της καλούνται Ζακύνθιοι, ή Ζακυνθινοί. "Υρία", ένα από τα αρχαία ονόματα του νησιού της Ζακύνθου.Το σχήμα της Ζακύνθου είναι ακανόνιστο τριγωνικό με το μεν βορειότερο άκρο του νησιού να καταλήγει στο ακρωτήρι Σκινάρι, ενώ στο νότιο-νοτιοανατολικό να σχηματίζεται ο κόλπος του Λαγανά μεταξύ των δύο ακρωτηρίων, Μαραθιά δυτικά και Γέρακας, ή Γεράκι, ανατολικό. Μέσα στον κόλπο του Λαγανά υπάρχουν τρία νησιά, το Μαραθωνήσι, ο Άγιος Σώστης και το Πελούζο, ενώ 37 ναυτικά μίλια νότια του Λαγανά βρίσκονται οι νήσοι Στροφάδες. Ο κόλπος του Λαγανά, με τη μαγευτική παραλία του, έχει ανακυρηχθεί από το 1999 Εθνικό Πάρκο καθώς είναι τόπος ωοτοκίας της υπό εξαφάνιση χελώνας Καρέττα-Καρέττα. Οι δυτικές ακτές έχουν μήκος περίπου 34 χλμ. είναι βραχώδεις και απότομες σχηματίζοντας πολλές σπηλιές και κολπίσκους. Αντίθετα οι ανατολικές ακτές που βλέπουν προς την Πελλοπόννησο και έχουν μήκος 37 χλμ είναι αμμώδεις με όμορφες παραλίες. Η Ζάκυνθος, την οποία ο Όμηρος αναφέρει σαν Υλήεσσα δηλαδή δασώδη, πήρε το όνομά της από τον πρώτο εποικιστή της τον Ζάκυνθο γιο του Βασιλιά της Φρυγίας Δάρδανου. Στην συνέχεια την κατέκτησε ο Αρκείσιος, απόγονος του βασιλιά της Κεφαλονιάς Κέφαλου, πατέρας του Λαέρτη, και παππού του Οδυσσέα. Έτσι περιήλθε η Ζάκυνθος στο Βασίλειο του Οδυσσέα ο οποίος συμμετείχε με δώδεκα πλοία στον Τρωικό πόλεμο. Μετά την επιστροφή του όμως και τον φόνο των μνηστήρων από τους οποίους είκοσι ήταν από την Ζάκυνθο, οι Ζακυνθινοί επαναστάτησαν και απέσπασαν το νησί τους από το Βασίλειο του Οδυσσέα. Με τα χρόνια ακολουθώντας το πνεύμα της εποχής εγκαθιδρύθηκε στη Ζάκυνθο νέο πολίτευμα, η Δημοκρατία. Ίσως κατά την εποχή εκείνη οι Ζακυνθινοί να ίδρυσαν ομώνυμη αποικία στην Ιβηρική χερσόννησο. Στους Περσικούς πολέμους η Ζάκυνθος έμεινε ουδέτερη ενώ στον Πελοποννησιακό πόλεμο εμπλέκεται σαν σύμμαχος των Αθηναίων. Η Ζάκυνθος υποτάχθηκε στους Μακεδόνες του Μεγάλου Αλεξάνδρου κι αργότερα στους Ρωμαίους, που της παραχώρησαν σχετική αυτονομία. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση ο χριστιανισμός διαδόθηκε στο νησί από την Μαρία Μαγδαληνή το 34 μ.Χ. όταν το πλοίο που την μετέφερε στην Ρώμη σταμάτησε για λίγο στην Ζάκυνθο. Στη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων λεηλατείται από πειρατές και Βάνδαλους. Στα 1185 η Ζάκυνθος μαζί με την Κεφαλονιά καταλαμβάνονται από τους Νορμανδούς της Σικελίας (από το ναύαρχο Μαργαριτώνη του Βασιλιά της Σικελίας Γουλιέλμου Β') οι οποίοι αποσπώντας τις από την Βυζαντινή Αυτοκρατορία δημιουργούν την Παλατινή Κομητεία Κεφαλληνίας και Ζακύνθου κάτω από την ηγεμονία των Παλατινών Κομήτων Ορσίνι 1197 – 1325, Ανδηγαυών (d’ Anjou) 1325 – 1357 και Τόκκων 1357 – 1479. Στην συνέχεια την κατακτούν οι Βενετοί[1] και παραμένει κάτω από την Ενετική κυριαρχία έως το 1797. Αξιοσημείωτο γεγονός της περιόδου αυτής ήταν η λαϊκή εξέγερση (ή οποία είχε απλά χαρακτήρα απείθιας απέναντι σε αγγαρείες και πρωταγωνιστές όχι φτωχούς, αλλά πλούσιους εμπόρους) γνωστή με το όνομα Ρεμπελιό των Ποπολάρων.Μετά τη Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο ακολουθεί η Γαλλοκρατία των Επτανήσων (1797-1799), όπου Γάλλοι δημοκρατικοί αρχικά και στη συνέχεια με την Συνθήκη Ρωσοτουρκικής Συμμαχίας (1799) οι Ρώσοι με σύμμαχους τους Τούρκους κατέλαβαν το νησί προσωρινά μέχρι ότου συστάθηκε με την Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης (1800) η Επτάνησος Πολιτεία (το 1800) στην οποία μετείχε η Ζάκυνθος μαζί με τα άλλα νησιά του Ιονίου απαρτίζοντας το πρώτο αυτόνομο Ελληνικό κρατίδιο υπό την σκιώδη επικυριαρχία του Σουλτάνου, με ουσιαστικό κυβερνήτη τον Ζακυνθινό κόμη Γεώργιο Μοτσενίγο, γόνο επιφανούς οικογένειας του νησιού και διπλωμάτη στην υπηρεσία της Ρωσίας. Το 1807 επανήλθαν οι Γάλλοι Αυτοκρατορικοί τούτη τη φορά και το 1815 δημιουργείται το Ενωμένο Κράτος των Ιονίων Νήσων που τέθηκε κάτω από την προστασία των Άγγλων (στην ουσία αποικιοκρατία) έως το 1864. Το όνειρο των Ζακυνθινών να ενωθούν με την Ελλάδα πραγματοποιήθηκε ύστερα από σκληρούς αγώνες, στις 21 Μαΐου 1864, ύστερα από συνολικά 680 χρόνια ξένης κατοχής.



ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ

ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ

Η Σαντορίνη, Θήρα ή Στρογγύλη (παλαιότερη ονομασία) είναι νησί που βρίσκεται στο νότιο Αιγαίο πέλαγος, στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Κυκλάδων, νότια της Ίου και δυτικά από την Ανάφη. Απέχει από τον Πειραιά 128 ναυτικά μίλια και 63 ναυτικά μίλια από τη Κρήτη. Ο Αθηνιός, το μεγαλύτερο λιμάνι του νησιού, έχει δημιουργηθεί στον ομώνυμο όρμο. Η έκταση της είναι 76,19 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Σήμερα η Σαντορίνη είναι ένα από τα διασημότερα τουριστικά κέντρα του κόσμου.Είναι γνωστή για το ηφαίστειό της. Η τελευταία ηφαιστειακή δραστηριότητα ήταν το έτος 1950. Τμήματα του ηφαιστείου της Σαντορίνης είναι: Η Νέα Καμένη (1707-1711 μ.Χ.), η Παλαιά Καμένη (46-47 μ.Χ.), το υποθαλάσσιο ηφαίστειο Κολούμπο(ενεργό) (1650 μ.Χ.), τα Χριστιανά νησιά. Η Σαντορίνη ανήκει στο ηφαιστειακό τόξο του Αιγαίου και χαρακτηρίζεται ενεργό ηφαίστειο μαζί με τα Μέθανα, την Μήλο και την Νίσυρο. Η Σαντορίνη καθώς και τα νησιά Θηρασία και Ασπρονήσι είναι απομεινάρια του ηφαιστειογενούς νησιού Στρογγύλη. Η Στρογγύλη ήταν ένας ηφαιστειακός κώνος. Το κεντρικό τμήμα της ανατινάχτηκε μαζί με τον κρατήρα του ηφαιστείου από τη Μινωική έκρηξη που έγινε το 1613 π.Χ. και είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία αυτού που σήμερα ονομάζουμε καλδέρα της Σαντορίνης και την καταστροφή του προϊστορικού πολιτισμού του νησιού. Στο θαλάσσιο χάσμα που σχηματίστηκε μεταξύ Θήρας και Θηρασίας, που έχει βάθος 1.500 μέτρων, κατά καιρούς βγήκαν στην επιφάνεια ηφαιστειακοί κώνοι που σχημάτισαν τα εξής νησιά: την Παλαιά, τη Μικρή και τη Νέα Καμένη, την Καμένη Γεωργίου του Α΄, την Καμένη του Φουκέ, την Αφρόσσα και τη Δάφνη. Όλα αυτά τα νησιά μεγάλωναν σιγά-σιγά και ενώθηκαν, εκτός από την Παλαιά Καμένη.

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2018

ΑΚΡΑΤΑ ΑΧΑ'Ι'ΑΣ

ΑΚΡΑΤΑ

Η Ακράτα είναι ιστορικό χωριό της Αχαΐας. Βρίσκεται στα σύνορα Αχαΐας και Κορινθίας, ανάμεσα στο Διακοπτό και το Δερβένι, και απέχει 70 χιλιόμετρα από την Πάτρα και 150 χιλιόμετρα από την Αθήνα. Έχει πληθυσμό 1.393 κατοίκους (απογραφή 2011), που πολλαπλασιάζεται τους καλοκαιρινούς μήνες.Διοικητικά ήταν έδρα του Δήμου Ακράτας μέχρι το 2010 ενώ μετά τη διοικητική μεταρρύθμιση του Προγράμματος «Καλλικράτης» υπάγεται στον Δήμο Αιγιαλείας. Η Ακράτα είναι συνδεδεμένη με τους αγώνες του 1821 και υπήρξε ορμητήριο πολλών Αχαιών οπλαρχηγών. Στις 16 Μαρτίου του 1821 σημειώθηκε στην Ακράτα μία από τις πρώτες εχθροπραξίες του Αγώνα ενώ τον Ιανουάριο του 1823 διεξήχθη στην περιοχή η ομώνυμη μάχη κατά τη οποία αποδεκατίστηκε ο στρατός του Δράμαλη μετά το θάνατό του στην Κόρινθο.Στα μέσα του 19ου αιώνα υπήρχε στην περιοχή τελωνειακός σταθμός καθώς και υγειονομικό φυλάκιο።

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Η Θεσσαλονίκη είναι η δεύτερη σε έκταση και πληθυσμό πόλη της Ελλάδας. Αποτελεί έδρα του ομώνυμου δήμου, της ομώνυμης περιφερειακής ενότητας, της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης. Από την ίδρυσή της από τον Κάσσανδρο, η Θεσσαλονίκη ως μια ακμάζουσα ελληνιστική πόλη μέχρι την οθωμανική κυριαρχία αξιοποιεί την στρατηγική της θέση και αναπτύσσεται σε μια πολυπολιτισμική πόλη. Από το 1912, με τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων και την ενσωμάτωση της περιοχής στο σύγχρονο Ελληνικό Κράτος, η Θεσσαλονίκη αποτελεί τη δεύτερη σε πληθυσμό πόλη της Ελλάδας. Συχνά αναφέρεται ως η συμπρωτεύουσα της Ελλάδας.Ο πληθυσμός του πολεοδομικού συγκροτήματος υπολογίζεται σήμερα στους 788.191 κατοίκους (Απογραφή 2011), Ο πληθυσμός της μητροπολιτικής περιοχής ανέρχεται στους 1.012.013 κατοίκους[1] ενώ εκείνος της περιφερειακής ενότητας (πρώην νομού) στους 1.110.912 κατοίκους.Η ίδρυση της πόλης στην ελληνιστική εποχή συμπίπτει με μια κρίσιμη φάση στην ιστορία του Μακεδονικού Βασιλείου, που ξεκινά από τον πρόωρο θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και με την διεκδίκηση του θρόνου του Μακεδόνα βασιλιά από τους επιγόνους του. Ο στρατηγός Κάσσανδρος για να μπορέσει να διεκδικήσει το θρόνο της Μακεδονίας παντρεύτηκε την ετεροθαλή αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, την Θεσσαλονίκη, προς τιμήν της οποίας ίδρυσε την πόλη συνενώνοντας 26 πολίχνες, που βρίσκονταν γύρω από το Θερμαϊκό κόλπο.Τον 2ο π.Χ. αιώνα η πόλη κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους, όπως και ο υπόλοιπος ελλαδικός χώρος και αποτέλεσε έδρα του ρωμαϊκού θέματος της Μακεδονίας. Η στρατηγική θέση της πόλης διαφαίνεται καταρχήν, όταν επιλέχτηκε ως Αυτοκρατορική πρωτεύουσα στα χρόνια της βασιλείας του Γαλέριου, όταν και κτίστηκε το αυτοκρατορικό παλάτι.Η σημασία της φάνηκε και αργότερα από την πρόθεση της μεταφοράς της πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο προς τα ανατολικά, καθώς υπήρξε μια από τις υποψήφιες πόλεις οι οποίες είχαν προταθεί ως αντικαταστάτριες της Ρώμης, για να επιλεγεί τελικά το Βυζάντιο. Παρά την μη επιλογή της ως πρωτεύουσα, αποκτά τον τίτλο της Συμβασιλεύουσας πόλης και κατά την Βυζαντινή περίοδο.Μετά την οθωμανική κατάκτησή της από τους Οθωμανούς το 1432, παραμένει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία για περίπου πέντε αιώνες. Με την εκδίωξη των Εβραίων από την Ιβηρική Χερσόνησο και τη Βόρεια Ευρώπη, η Θεσσαλονίκη αποκτά την δική της εβραϊκή κοινότητα.Η εγκατάσταση αυτή των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη, ανέδειξε την πόλη ως τη σημαντικότερη παγκόσμια εβραϊκή μητρόπολη μέχρι τουλάχιστον τις αρχές του 20ού αιώνα. Ιδιαίτερα από τα μέσα του 19ου αιώνα, η πόλη υπήρξε το πλέον κοσμοπολίτικο αστικοποιούμενο κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ο σημαντικότερος πόλος πολιτικών κινήσεων και κινημάτων που συνάντησε στην μακρόχρονη ιστορία της.Με την ένταξή της στον κορμό του Ελληνικού Κράτους το 1912, ο πληθυσμός της πόλης παρουσιάζει σημαντικές μεταβολές με την μετακίνηση του μουσουλμανικού πληθυσμού και την αντικατάστασή του από προσφυγικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης.Οι πληθυσμιακές μεταβολές συνέτειναν στην αλλαγή της πληθυσμιακής κατάστασης της πόλης με την ενίσχυση του ελληνικού στοιχείου. Η πολεοδομική και αρχιτεκτονική της αναδιοργάνωση επιταχύνθηκε από τη Μεγάλη Πυρκαγιά του 1917 και τις προσπάθειες της νέας ελληνικής διοίκησης να προσθέσει αρχαιοελληνικά και ευρωπαϊκά στοιχεία στο αρχιτεκτονικό ύφος της πόλης, που οδήγησε στην καταστροφή αρκετών οθωμανικών λατρευτικών και λειτουργικών κτηρίων.Οι σημαντικότερες πληθυσμιακές μεταβολές παρατηρούνται με την εγκατάσταση του μικρασιατικού και θρακιώτικου προσφυγικού πληθυσμού έπειτα από την Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, με το ολοκαύτωμα της ακμαίας εβραϊκής κοινότητας από τα ναζιστικά στρατεύματα την περίοδο της τριπλής κατοχής κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και με την εσωτερική μετανάστευση που παρατηρείται κατά την δεκαετία του '50 και μεταγενέστερα προς τα μεγάλα αστικά κέντρα.